Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Έφεση της ΑΔΕΔΥ κατά της 2902/2014 Απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου


ΕΝΩΠΙΟΝ  ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
(ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ)

ΕΦΕΣΗ
Της Ανώτατης Διοικήσεως Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (ΑΔΕΔΥ), η οποία εδρεύει στην Αθήνα, επί των οδών Ψύλλα και Φιλελλήνων αριθμός 2, όπως νόμιμα εκπροσωπείται.

ΚΑΤΑ
            Του Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τους α) Υπουργό Οικονομικών και β) Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, οι οποίοι εδρεύουν στην Αθήνα.

ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΣ
Υπ’ αριθμόν 2902/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εργατικών Διαφορών- Απεργιακή).

*******
           
Η εκκαλούσα συνιστά τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, που έχει συσταθεί και λειτουργεί νομίμως βάσει καταστατικού εγκριθέντος δυνάμει των υπ’ αριθμόν 825/1927, 2722/1946, 2109/1949 αποφάσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών. Το καταστατικό μας τροποποιήθηκε σύμφωνα με τις υπ’ αριθμόν 3184/1950, 12265/1957, 8987/1960, 25978/1965, 2525/1971, 465/1980, 1540/1990 και 5608/2004 αποφάσεις του ιδίου δικαστηρίου, έχει δε καταχωρηθεί νομίμως στο Ειδικό Βιβλίο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών.
          
            Στις 21/8/2014 το Γενικό Συμβούλιο της Οργανώσεως μας, ευρισκόμενο σε πλήρη απαρτία, έλαβε την απόφαση ομόφωνα να προβεί η οργάνωση μας σε κινητοποιήσεις, συγκριμένα δε σε απεργία που θα εκκινούσε την 30η Αυγούστου 2014  με διάρκεια έως την 1η Νοεμβρίου 2014, δίδοντας για το σκοπό αυτό ειδική εξουσιοδότηση προς την Εκτελεστική Επιτροπή να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την εκτέλεση της απόφασης αυτής και να ρυθμίσει κάθε διαδικαστικό ή μη θέμα, που ανακύπτει κατά την εφαρμογή της.  
            Η ως άνω απόφαση της ΑΔΕΔΥ κοινοποιήθηκε στις 25/8/2014 με την από 25/8/2014 εξώδικη γνωστοποίηση στο σύνολο των Υπουργείων και Ανεξάρτητων Αρχών του Ελληνικού Δημοσίου καθώς και στην Τράπεζα της Ελλάδας. Με το ως άνω έγγραφο γνωστοποιήθηκε στο εφεσίβλητο, ότι αποφασίσθηκε η προκήρυξη απεργίας – αποχής από την 30η Αυγούστου 2014 , έπειτα δηλαδή από την πάροδο τεσσάρων εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της εξωδίκου γνωστοποίησης και μέχρι την λήξη της διαδικασίας αξιολόγησης και πάντως μέχρι την 1η Νοεμβρίου 2014.
Το Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 4/9/2014 αγωγή του, η οποία έλαβε γενικό αριθμό καταθέσεως 100651/2014 και αριθμό καταθέσεως δικογράφου 3426/2014, κοινοποιήθηκε σε εμάς την 5/9/2014 και εκδικάστηκε την 10/9/2014 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Επ’ αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ’ αριθμόν 2902/2014 απόφαση, η οποία συνεκδίκασε την αγωγή και τις υπέρ ημών ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις, δέχθηκε την αγωγή, απέρριψε τις υπέρ ημών ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις, αναγνώρισε ότι η αναφερόμενη στο σκεπτικό απεργία που κήρυξε η Ομοσπονδία με την από 21/8/2014 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της και γνωστοποίησε με το από 25/9/2014 έγγραφο της, με έναρξη την 30/8/2014, είναι παράνομη και καταχρηστική, μας υποχρέωσε  να διακόψουμε την παραπάνω απεργία, μας υποχρέωσε να παραλείψουμε στο μέλλον την κήρυξη απεργίας με τα ίδια αιτήματα, κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς τις παραπάνω καταψηφιστικές διατάξεις της και συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
Την ανωτέρω απόφαση εκκαλούμε δια της παρούσας, ζητώντας την εξαφάνιση της, παραπονούμενοι κατ’ αυτής, για τους κάτωθι βάσιμους και αληθείς λόγους:
1ος Λόγος εφέσεως κατά της εκκαλουμένης.
Η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε και πρέπει να εξαφανιστεί διότι κατά παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση της ένδικης διαφοράς αναγνώρισε, ότι η υπό κρίση απεργία είναι παράνομη ενώ περαιτέρω δεν προκύπτει από το σκεπτικό της εκκαλουμένης βάσει ποιών στοιχείων ή νομικών διατάξεων αυτή σχημάτισε την δικανική της πεποίθηση περί του παρανόμου της υπό κρίση απεργίας. 
Συγκεκριμένα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 2 εδ. α, γ και δ του Συντάγματος, η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων. Το δικαίωμα προσφυγής σε απεργία των δημόσιων υπαλλήλων και των υπαλλήλων της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και του προσωπικού των κάθε μορφής επιχειρήσεων δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφελείας, που η λειτουργίας τους έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, υπόκειται στους συγκεκριμένους περιορισμούς του νόμου, που το ρυθμίζει. Οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να φθάσουν έως την κατάργηση του δικαιώματος της απεργίας ή την παρεμπόδιση της νόμιμης άσκησής του. Από τις προεκτεθείσες διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: Ο νομικός χαρακτήρας μιας συμπεριφοράς ως απεργίας, άρα και η γένεση του οικείου δικαιώματος, εξαρτάται όχι μόνο από το αντικειμενικό γεγονός της ομαδικής παύσεως της εργασίας, αλλά και από τον επιδιωκόμενο σκοπό, ο οποίος πρέπει να συνίσταται στη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών συμφερόντων των εργαζομένων. Έτσι αποκλείεται προεχόντως η αμιγώς πολιτική απεργία, δηλαδή εκείνη που στρέφεται όχι κατά του Κράτους ως εργοδότη αλλά κατά των φορέων των συνταγμένων πολιτειακών λειτουργιών (νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής) και έχει ως κύριο σκοπό, εμφανή ή υποκρυπτόμενο, την ανατροπή της κυβέρνησης ή τη συμβολή στην επικράτηση ενός πολιτικού κόμματος.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 2 εδ. α, 20 παρ. 2 εδ. β, 21 παρ. 2 και 30 παρ. παρ. 1, 7 και 8 του Ν. 1264/1982, το δικαίωμα απεργίας των πολιτικών υπαλλήλων του Δημοσίου και των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου υποβάλλεται στους ακόλουθους περιορισμούς, κατά παρέκκλιση των ρυθμίσεων που ισχύουν αντίστοιχα για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα και ειδικότερα: α) η κήρυξη της απεργίας γίνεται από δευτεροβάθμιες ή τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές ενώσεις, ύστερα από απόφαση της οικείας γενικής συνέλευσης/συμβουλίου (άρθρ. 1 παρ. 3 και 8 Ν. 1264/1982), β) η απεργία δεν μπορεί να κηρυχθεί αν δεν περάσουν τέσσερις πλήρεις ημέρες από τη γνωστοποίηση των αιτημάτων και των λόγων που τα θεμελιώνουν, με έγγραφο που κοινοποιείται στο Υπουργείο Προεδρίας της Κυβερνήσεως, στο Υπουργείο Οικονομικών, στο Υπουργείο που υπάγονται οι υπάλληλοι αυτοί, καθώς επίσης και στις διοικήσεις των φορέων που εποπτεύονται απ' αυτό, όταν πρόκειται για απεργία υπαλλήλων τους, γ) η απεργία δεν μπορεί να αφορά αιτήματα διαφορετικά από εκείνα που γνωστοποιήθηκαν και δ) κατά τη διάρκεια της απεργίας η συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων πρέπει να διαθέτει επιπλέον και όσο προσωπικό είναι αναγκαίο για την αντιμετώπιση στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, κατά τους όρους του άρθρου 21 παρ. 2 του Ν. 1264/1982 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από την παρ. 1 του άρθρ. 2 του Ν. 2224/1994.
Οι διατάξεις αυτές ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος απεργίας των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα θεσπίζοντας ορισμένη προδικασία, που εναρμονίζεται με την πρόνοια του άρθρου 23 παρ. 2 εδ. γ και δ του Συντάγματος, αφού η τήρηση των πιο πάνω διατάξεων, που υπαγορεύθηκαν από τη στάθμιση και την ανάγκη εξισορρόπησης των συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων και των συμφερόντων του κοινωνικού συνόλου (και όχι του ιδιώτη εργοδότη), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναιρεί την ουσιαστική υπόσταση του δικαιώματος της απεργίας.
Η μη συνδρομή μιας ή περισσοτέρων από τις προαναφερόμενες ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις καθιστά την απεργία παράνομη, με την έννοια ότι δεν γεννάται το οικείο δικαίωμα και, επομένως, η διακοπή της εργασίας δεν έχει το χαρακτήρα της απεργίας. Η απεργία, που κηρύσσεται ή πραγματοποιείται χωρίς να τηρηθεί η παραπάνω προδικασία, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που δεν προηγήθηκε απόφαση του αρμόδιου οργάνου ή δεν γνωστοποιείται στα αρμόδια όργανα του εργοδότη (άρθρ. 30 παρ. 8α Ν. 1264/1982) ορισμένο αίτημα για τη διαφύλαξη ή προαγωγή συγκεκριμένου εργασιακού ή οικονομικού συμφέροντος των υπαλλήλων (Κουκιάδης: ό.π. σελ. 565), είναι παράνομη με την έννοια ότι κωλύεται η άσκηση του οικείου δικαιώματος (οράτε ΜονΠρΑθ 2395/2014, ΜονΠρΑθ 221/2009, Αλ. Καρακατσάνη: Εργατικό Δικ. τ. Β/ΙΙ, 1980, Κουκιάδη: Συλλογικές εργασιακές σχέσεις, 1981, σ. 555 επ.,Αγαλλοπούλου: Εισαγωγή εις το εργατικό δίκ., 1958 σ. 36 σημ. 54, Τούση - Σταυροπούλου: Εργατικόν Δικ. 1967, παρ. 37 σ. 243 σημ. 10, Τραυλός - Τζανετάτος σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλου: Αστ. Κωδ. Λεβέντης ΝοΒ 32 σ. 236 επ.,).
Στην υπό κρίση διεκδικητική απεργιακή κινητοποίηση, που κήρυξε η οργάνωση μας με την από 21/8/2014 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της και γνωστοποίησε με το από 25/9/2014 έγγραφο της, με έναρξη την 30/8/2014 και περιορισμένη διάρκεια έως την 1/11/2014, τηρήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες από το Σύνταγμα και το κοινό δίκαιο προϋποθέσεις, όπως και η ίδια η εκκαλουμένη δέχεται και αναγνωρίζει στο σκεπτικό αυτής (φύλλο 40 παράγραφος ΙΙΙ), συνεπώς κατά εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που διέπουν την επίδικη διαφορά σχημάτισε τελικώς την δικανική της πεποίθηση και έκρινε ότι η επίδικη απεργία είναι παράνομη.  
Άλλωστε, η εκκαλουμένη δεν διαπιστώνει ούτε καταλήγει σαφώς στο συμπέρασμα ότι η υπό κρίση απεργία είναι αμιγώς πολιτική σκοπούσα στην ανατροπή της κυβέρνησης ή στην επικράτηση κάποιου πολιτικού κόμματος, συνεπώς δεν δύναται να καταστεί παράνομη ούτε εξ αυτού το λόγου.
Εξάλλου, ένα τόσο κεντρικό και θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα, όπως είναι η απεργία, θα πρέπει ενόψει και της ιδίας της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 23 να ερμηνεύεται στενά και βεβαίως να καταβάλλεται προσπάθεια, οι υπάρχουσες αστοχίες του νομοθέτη να μην οδηγούν σε πλήρη κατάλυση του δικαιώματος στην πράξη. Ο δικαστικός δε έλεγχος ενός συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος δεν μπορεί να οδηγεί σε πλήρη κατάλυση του αναιτιολόγητα.
Είναι, λοιπόν, προφανές, ότι η υπό κρίση απεργία έχει προκηρυχθεί κατά τον νόμιμο σύμφωνα με τον ν.1264/1982 τρόπο, από νομιμοποιούμενο όργανο και με νόμιμο έρεισμα.
Εάν δε η εκκαλουμένη απόφαση είχε εφαρμόσει ορθά τους διέποντες την επίδικη υπόθεση κανόνες δικαίου θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η κηρυχθείσα με την από 21/8/2014 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Ομοσπονδίας απεργία, με έναρξη την 30/8/2014 είναι καθόλα νόμιμη. Δεχόμενη δε τα αντίθετα, χωρίς ουδεμία αιτιολογία, έσφαλε και πρέπει για το λόγο αυτό να εξαφανισθεί από το Υμέτερο Δικαστήριο.
2ος Λόγος εφέσεως κατά της εκκαλουμένης
Η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε και πρέπει να εξαφανιστεί διότι κατά παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση της ένδικης διαφοράς και με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναγνώρισε ότι η υπό κρίση απεργία είναι και καταχρηστική. Ενώ περαιτέρω δεν προκύπτει με σαφήνεια από το σκεπτικό της εκκαλουμένης βάσει ποιών στοιχείων ή νομικών διατάξεων αυτή σχημάτισε την δικανική της πεποίθηση περί του καταχρηστικού χαρακτήρα της υπό κρίση απεργίας.  Ενώ επιπροσθέτως η κρίση περί της καταχρηστικότητας ή μη ενός δικαιώματος προϋποθέτει τη νόμιμη άσκηση αυτού και στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλουμένη απόφαση έχει ήδη διαγνώσει (εσφαλμένα) τον παράνομο χαρακτήρα αυτής.
Ειδικότερα, η εκκαλουμένη υπ’ αριθμόν 2902/2014 οριστική απόφαση αναφέρει ότι: «ΙΙα. Η αμιγώς πολιτική απεργία, δηλαδή εκείνη που επιδιώκει αμιγώς πολιτικούς σκοπούς (π.χ. την ανατροπή της κυβέρνησης, τη συμβολή στην επικράτηση πολιτικού κόμματος), που είναι ξένοι προς εκείνους που προβλέπει το άρθρο 23 παρ. 2 του Συντάγματος και το άρθρο 19 παρ. 1 ν. 1264/82, είναι παράνομη. Όταν τα αιτήματα της απεργίας συνδέονται με τα εργασιακά, οικονομικά, συνδικαλιστικά ή ασφαλιστικά συμφέροντα των εργαζομένων αλλά η ικανοποίηση των αιτημάτων αυτών ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της πολιτείας και μπορεί να γίνει μόνο με τροποποίηση ισχυόντων ή τη θέσπιση νέων κανόνων δικαίου, τότε η απεργία έχει μικτό χαρακτήρα, εργασιακό ως προς τα αιτήματα και πολιτικό ως προς τον αποδέκτη, Η συγκεκριμένη μορφή απεργίας δεν είναι μια συνηθισμένη διεκδικητική απεργία αλλά πρόκειται για απεργία διαμαρτυρίας. Η τελευταία δεν μπορεί να έχει ως σκοπό την κάμψη της βούλησης των νομοθετικών οργάνων, ούτε μπορεί να διαρκέσει μέχρι η πολιτεία να υποκύψει και να αποδεχθεί τα αιτήματα των απεργών, διαφορετικά αν έχει τέτοιο σκοπό. είναι παράνομη[βλ. ΜΠρΑθ 1708/2002 ΔΕΝ 2003/1403, ΜΠρΑθ 2528/1994 ΕΕργΔ 1995/270]. Νόμιμος και θεμιτός σκοπός της απεργίας διαμαρτυρίας είναι η εντονότερη γνωστοποίηση του ζητήματος και η πρόκληση του ενδιαφέροντος της κρατικής εξουσίας και της κοινής γνώμης ώστε να ασκηθεί πίεση στα αρμόδια πολιτειακά όργανα. Για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού η (κατ’ αρχήν νόμιμη, με βάση το συγκεκριμένο σκοπό) απεργία διαμαρτυρίας πρέπει να έχει περιορισμένη χρονική διάρκεια, όση απαιτείται για να φθάσει το μήνυμά της στην κρατική εξουσία και στην κοινή γνώμη, διαφορετικά, αν δεν έχει τέτοια διάρκεια, η απεργία διαμαρτυρίας καθίσταται καταχρηστική…. …».
Εν συνεχεία καταλήγει ότι: «Η παραπάνω απεργία που κήρυξε η εναγομένη δεν είναι απεργία διαμαρτυρίας, αφού δεν σκοπεύει απλώς να προσελκύσει το ενδιαφέρον της κρατικής εξουσίας και της κοινής γνώμης στα ζητήματα των διαδικασιών αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων και των εκπαιδευτικών και του επαναπροσδιορισμού της μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου, αλλά έχει ως αποκλειστικό σκοπό, με την επιλογή της πλήρους αποχής των εργαζομένων από όλες τις διαδικασίες αξιολόγησης, να καταστήσει τις σχετικές διατάξεις ανενεργείς και να κάμψει τη βούληση της πολιτείας ώστε η τελευταία να προβεί στην κατάργησή τους…. … » και συνεχίζει «Ακόμα όμως και αν υποτεθεί ότι η επίδικη απεργία φέρει πράγματι το χαρακτήρα απεργίας διαμαρτυρίας η χρονική διάρκεια αυτής δεν είναι περιορισμένη, κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω και επομένως η επίδικη απεργία είναι και καταχρηστική.».
Η έννοια της απεργίας δεν ορίζεται στο Σύνταγμα ούτε και από τον κοινό νομοθέτη. Ωστόσο, γίνεται δεκτό  ότι πρόκειται για την συλλογική, ομαδική αποχή των μισθωτών από την εργασία, η οποία έχει αγωνιστικό σκοπό, δηλαδή την άσκηση πίεσης στον εργοδότη με στόχο τη διασφάλιση και εξυπηρέτηση των συλλογικών τους συμφερόντων. Εννοιολογικά στοιχεία της απεργίας είναι α) η αποχή από την εργασία, β) η συλλογικότητα της αποχής και γ) ο αγωνιστικός σκοπός, δηλαδή η άσκηση πίεσης για την επιδίωξη και την προαγωγή των συλλογικών συμφερόντων των εργαζομένων.
Ο αγωνιστικός σκοπός της απεργίας, ως το τρίτο στοιχείο της, συνίσταται στην άσκηση πίεσης στον εργοδότη για την προαγωγή των συλλογικών συμφερόντων των μισθωτών που προβλέπονται στο Σύνταγμα (άρθρ. 23 Σ) και στο νόμο (άρθρ. 19 ν. 1264/1982). Η απεργία δηλαδή αποβλέπει στην εξυπηρέτηση των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών και ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων. Πρόβλημα γεννάται, όταν αποδέκτης της ασκούμενης με την απεργία πίεσης δεν είναι στην ουσία ο εργοδότης, αλλά το κράτος (πολιτική απεργία). Όμως, εφόσον τα αιτήματα της εν λόγω απεργίας εμπίπτουν στα προαναφερόμενα, αυτή είναι νόμιμη, έστω κι αν κατευθύνεται εναντίον της κυβερνητικής πολιτικής και όχι του εργοδότη. Πολλώ δε μάλλον όταν ο εργοδότης είναι το Κράτος. (Βλ. Ι. Ληξουριώτης: «Ο Σκοπός του δικαιώματος στην απεργία», 1987, σελ. 80 επ.)
Δικαίωμα απεργίας έχουν και οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι υπάλληλοι των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ και επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας υπό τους περιορισμούς που προβλέπει ο κοινός νομοθέτης σύμφωνα με το άρθρ. 23 § 2 εδ. γ Σ. Μόνο στους δικαστικούς λειτουργούς και στους υπηρετούντες στα σώματα ασφαλείας απαγορεύεται οποιασδήποτε μορφής απεργία (άρθρ. 23 § 2 εδ. β Σ).
Η απεργία διακρίνεται σε διάφορα είδη, ανάλογα με τη στρατηγική που χρησιμοποιείται, το αποτέλεσμα που επιδιώκει, με το φορέα που έχει αναλάβει την ευθύνη της και το είδος και τον αποδέκτη των αιτημάτων της. Ειδικότερα, α) όσον αφορά τον παράγοντα της τακτικής – στρατηγικής που ακολουθείται η απεργία διακρίνεται σε γενική, μερική, κυκλική ή περιστροφική, απεργία διαλείπουσα, στάσεις εργασίας, λευκή, β) όσον αφορά τον παράγοντα του επιδιωκόμενου αποτελέσματος, διακρίνεται σε διεκδικητική, προειδοποιητική και διαμαρτυρίας, γ) όσον αφορά το φορέα ευθύνης διακρίνεται σε συνδικαλιστική και αδέσποτη και δ) όσον αφορά τον παράγοντα του είδους και του αποδέκτη των αιτημάτων της σε εργασιακή, πολιτική και αλληλεγγύης. Στοιχείο της συνταγματικής προστασίας του δικαιώματός της απεργία θα πρέπει να θεωρηθεί και η ελευθερία επιλογής του είδους της απεργίας , του χρόνου και του τρόπου εκδήλωσης. (Βλ. Γ. Λεβέντης, «Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο» 2007, σελ. 649 επ.).
Η διεκδικητική απεργία αποτελεί την κλασική μορφή απεργίας, κατά την οποία οι απεργοί προβάλλοντας συγκεκριμένα αιτήματα επιδιώκουν να κάμψουν τη θέληση του εργοδότη και να επιτύχουν άμεση ικανοποίηση των αιτημάτων τους. Η απεργία αυτή είναι πολλές φορές αόριστης διάρκειας και παρατείνεται μέχρι να υποκύψει η εργοδοτική πλευρά ή να εξαντληθούν τα όρια της αντοχής των απεργών (Βλ.  Γ. Λεβέντης, ο.π., σελ. 649.).
Η απεργία διαμαρτυρίας αποτελεί έκφραση δυσαρέσκειας των μισθωτών για συγκεκριμένα οικονομικά και εργασιακά αιτήματά τους και έκφραση γνώμης για τα ζητήματα αυτά. Και η απεργία διαμαρτυρίας προβάλλει συγκεκριμένα αιτήματα έχει όμως ως άμεσο στόχο τη διαδήλωση της διαμαρτυρίας ή γνώμης των απεργών σχετικά µε τα αιτήματα αυτά. Η απεργία διαμαρτυρίας είναι και αυτή από τη φύση της σύντομης διάρκειας. Συχνά η απεργία διαμαρτυρίας μεταβάλλεται κατά την πορεία της σε διεκδικητική απεργία, δηλαδή σε απεργία που παρατείνεται χρονικά και επιχειρεί να κάμψει τη θέληση του εργοδότη. Τα επιχειρήματα που διαδηλώνει η απεργία διαμαρτυρίας πρέπει να αναφέρονται στους νόμιμους σκοπούς της απεργίας. Νομολογιακά έχει κριθεί ότι η απεργία διαμαρτυρίας, που απευθύνεται στο κράτος και αφορά εργασιακά αιτήματα είναι κατ’ αρχήν νόμιμη. Τα όρια πάντως της απεργίας διαμαρτυρίας είναι περιορισμένα σε σύγκριση µε τα όρια της διεκδικητικής απεργίας (Βλ. Μον.Πρωτ.Λαμ. 60/86 Δ.Ε.Ν. 1986 σελ. 680, Μον. Πρωτ. Βόλου 69/86 Ε.Ε.Δ. 1986 σελ. 709, ΕΦ. Αθ. 5817/85 Δ.Ε.Ν. 1985 σελ.899. Βλ. Γ. Λεβέντης, ο.π., σελ. 651-653).
Το εάν μια απεργία είναι νόμιμη ή παράνομη, κρίνεται πάντα λαμβάνοντας υπ’ όψη τους όρους και τις προϋποθέσεις, που θέτουν το Σύνταγμα και το κοινό Δίκαιο. Μόνο εφόσον το δικαίωμα της απεργίας ασκείται σύμφωνα με τα ανωτέρω μπορεί μια απεργία να χαρακτηριστεί ως νόμιμη.
Σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις και διαδικασίες για την κήρυξη της απεργίας, την νομιμοποίηση άσκησης δικαιώματος για κήρυξη απεργίας κ.λπ., για να είναι νόμιμη μια απεργία θα πρέπει να μην παραβαίνει την υποχρέωση ειρήνης, την αρχή του έσχατου μέσου, την αρχή της ουδετερότητας του κράτους, να μην βρίσκεται η χώρα σε κατάσταση πολιορκίας.
            Αν πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις η απεργία είναι νόμιμη και δέον να κριθεί η καταχρηστικότητα αυτής. Μια απεργία μπορεί να κριθεί ως καταχρηστική βάσει των αιτημάτων της, όπως για παράδειγμα αν τα αιτήματά της μπορούν να ικανοποιηθούν μόνο από την πολιτεία. Μια τέτοια απεργία θεωρείται πολιτική. Ένα γενικότερο χαρακτηριστικό τα πολιτικής απεργίας είναι ότι με αυτήν ασκείται, αμέσως ή εμμέσως πίεση στα κρατικά όργανα για να επηρεαστεί η συμπεριφορά τους (Βλ. Βλαστός, Αστικά Σωματεία, Συνδικαλιστικές και Εργοδοτικές Οργανώσεις, 2007, σελ. 476). Η πολιτική απεργία διακρίνεται περαιτέρω στην αμιγώς πολιτική απεργία και στην εργασιακή- πολιτική απεργία. Η πρώτη έχει καθαρά πολιτικούς σκοπούς, όπως π.χ. την ανατροπή της Κυβέρνησης. Η εργασιακή-πολιτική είναι η απεργία εκείνη που τα αιτήματά της έχουν αποδέκτη το κράτος, αφορούν όμως τη διασφάλιση και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών και ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων.

Συμφώνα με την απόφαση του ΑΠ 68/1967 παράνομη πολιτική απεργία είναι μόνο εκείνη που έχει καθαρά πολιτικό σκοπό, άσχετο με οποιοδήποτε επαγγελματικό συμφέρον, που στρέφεται κατά του κράτους και επιδιώκει πράξη ή παράλειψη των οργάνων του. Παράνομη, λοιπόν, είναι η πολιτική απεργία της οποίας τα αιτήματα δεν έχουν καμία σχέση με την εργασιακή, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μισθωτών, αλλά αντίθετα εξυπηρετούν αποκλειστικά κομματικούς σκοπούς ή επιδιώκουν την ανατροπή της κυβέρνησης ή του κρατούντος κοινωνικά καθεστώτος (επαναστατική απεργία). Η δε εκκαλουμένη έσφαλε δεχόμενη τα αντίθετα.
Σε κάθε περίπτωση, που τα αιτήματα της απεργίας επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τα οικονομικά-εργασιακά συμφέροντα των εργαζομένων, βρισκόμαστε μπροστά σε μία νόμιμη μορφή απεργίας. Το γεγονός ότι στο είδος αυτό «πολιτικής» απεργίας η άμεση πίεση ασκείται στον εργοδότη-κράτος, ενώ αποδέκτης των αιτημάτων είναι το κράτος-πολιτεία, που μόνο αυτό μπορεί να τα ικανοποιήσει, δεν αναιρεί τη νομιμότητα της απεργίας. Διότι η διάσπαση αυτή υπάρχει και στην απεργία αλληλεγγύης, η οποία κατοχυρώνεται ρητά με το ν. 1264/1982, όπου ενώ η πίεση ασκείται στον εργοδότη των αλληλέγγυων απεργών, αποδέκτης των αιτημάτων είναι άλλος. Άλλωστε η απεργία «...επιβλήθηκε ως αντίδραση για μια συγκεκριμένη κατάσταση των μισθωτών και ως μέσο για τη βελτίωσή της και όχι ως αντίδραση σε συγκεκριμένα πρόσωπα...».
Εξάλλου, δικαστικές αποφάσεις, μετά ιδίως την ισχύ του ν. 1264/82 επαναλάμβαναν ότι η απεργία είναι νόμιμη έστω και αν αφορά αιτήματα που μόνο η πολιτεία μπορεί να ικανοποιήσει. Μάλιστα, προέβαλαν τα επιχειρήματα ότι στο ελληνικό δίκαιο η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος απεργίας δεν είναι υποταγμένη στο μηχανισμό των συλλογικών συμβάσεων, αλλά συνδέεται με την εξυπηρέτηση των γενικότερων συνδικαλιστικών σκοπών, πράγμα που σημαίνει ότι κατά το Σύνταγμα προστατεύεται η άσκηση του δικαιώματος απεργίας ανεξάρτητα από τον τρόπο κατά το οποίο θα υλοποιηθεί η διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών συμφερόντων. Επίσης, η απεργία αναγνωρίζεται και προστατεύεται ως αγωνιστικό μέσο πιέσεως για την προαγωγή των συλλογικών συμφερόντων των εργαζομένων, ανεξάρτητα αν τα συμφέροντα αυτά μπορούν να ικανοποιηθούν όχι από τον εργοδότη αλλά από το κράτος είτε με τη θέσπιση νέων κανόνων δικαίου είτε με την τροποποίηση των ισχυόντων κανόνων. Και αυτό γιατί η συνταγματική κατοχύρωση της απεργίας δεν επιβλήθηκε ως αντίδραση απέναντι συγκεκριμένων προσώπων, αλλά ως αντίδραση για μια συγκεκριμένη κατάσταση των μισθωτών.
Εξάλλου, και η Επιτροπή Συνδικαλιστικής Ελευθερίας της Δ.Ο.Ε. έχει κάνει δεκτό ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να προσφύγουν σε απεργιακές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας για την άσκηση κριτικής στην οικονομική και κοινωνική πολιτική των κυβερνήσεων.
Όπως και πρωτοδίκως επισημάνθηκε, αλλά δεν ελήφθη υπ’ όψιν από την εκκαλουμένη, η επίδικος απεργιακή κινητοποίηση, δεν φέρει τον χαρακτήρα πολιτικής απεργίας ή απεργίας διαμαρτυρίας, καθώς δεν αποσκοπεί στην δημιουργία μίας πολιτικής εξελίξεως, αλλά στην διεκδίκηση συγκεκριμένων αιτημάτων και απευθύνεται στον μοναδικό εργοδότη των δημοσίων υπαλλήλων, που δεν είναι άλλος από το Δημόσιο και ο οποίος είναι ο μόνος, που μπορεί να ικανοποιήσει τα αιτήματα μας. Τα δε μέτρα, που άπτονται της υπηρεσιακής, εργασιακής ή οικονομικής καταστάσεως των δημοσίων υπαλλήλων λαμβάνονται πάντοτε με την μορφή κανονιστικών πράξεων ή νομοθετικών ρυθμίσεων, αφού δεν μπορεί να νοηθεί Διοίκηση χωρίς διοικητικές ή κανονιστικές (υπουργικές ή νομοθετικές πράξεις) (ΜονΠρΑθηνών 3706/1991).
Εξάλλου, το γεγονός, ότι ο νόμος παρέχει εξουσία διαπραγμάτευσης στις συνδικαλιστικές οργανώσεις των δημοσίων υπαλλήλων μέσω των διατάξεων του νόμου 2738/1999 «περί συλλογικών διαπραγματεύσεων στην Δημόσια Διοίκηση και άλλες διατάξεις», συνεπάγεται αυτονόητα την δυνατότητα των δημοσίων υπαλλήλων να θέτουν αιτήματα οικονομικής ή εργασιακής φύσεως, συνδεόμενα άρρηκτα με την διοικητική αλλά και κρατική εξουσία.
Η ίδια πρόβλεψη υφίσταται δε και στο κείμενο του Συντάγματος, το οποίο αναγνωρίζει την δυνατότητα συλλογικής διαπραγμάτευσης και συνακόλουθα κήρυξης απεργίας από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις του Δημοσίου, για θέματα οικονομικής, ασφαλιστικής και εργασιακής φύσεως, που αφορούν τα μέλη τους. Και βεβαίως, επειδή όλα τα θέματα των δημοσίων υπαλλήλων ρυθμίζονται βάσει νόμου ή κανονιστικών πράξεων, η απεργία των δημοσίων υπαλλήλων δεν μπορεί να έχει άλλο περιεχόμενο, χωρίς αυτό να την καθιστά πολιτική απεργία, αφού εξάλλου σκοπός αυτής δεν είναι η δημιουργία μιας εν γένει πολιτικής εξέλιξης αλλά η επίλυση των εργασιακών και λοιπών ζητημάτων των εργαζομένων στο Δημόσιο.
Είναι δε προφανές, ότι στην περίπτωση των υπαλλήλων του Δημοσίου, εάν ήθελε γίνει αποδεκτή η προσέγγιση της εκκαλουμένης και δεδομένου του γεγονότος, ότι  κάθε απεργία έχει ως αίτημα την ανάκληση ή μεταρρύθμιση κανονιστικών (πολιτειακών) πράξεων, το σύνολο των απεργιακών κινητοποιήσεων των δημοσίων υπαλλήλων θα πρέπει να φέρει τον χαρακτήρα πολιτικής απεργίας, πράγμα παντελώς ανακριβές και αβάσιμο.
Και αυτό είναι σαφές αφού το Δημόσιο ενεργεί ως εργοδότης των δημοσίων υπαλλήλων και μόνο μέσω κανονιστικών πράξεων μπορεί να ικανοποιήσει τα αιτήματα των απεργών. Αποβλέποντες στην ιδιότητα του εργοδότη, λοιπόν, που δεν είναι άλλο από το Δημόσιο αποφασίστηκε η ως άνω απεργία και υπό την έννοια αυτή, αποτελεί καθ’ όλα επιτρεπτή απεργιακή διεκδικητική κινητοποίηση. 
Συνεπώς, η υπό κρίση απεργία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε πολιτική απεργία, ούτε απεργία διαμαρτυρίας  αορίστου διάρκειας, δεδομένου ότι η χρονική διάρκεια αυτής είναι σαφώς ορισμένη και σύντομης διάρκειας, η δε εκκαλουμένη δεχόμενη τα αντίθετα άνευ αιτιολογίας και κατά παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου έσφαλε και πρέπει για το λόγο αυτό να εξαφανισθεί από το Δικαστήριο Σας.
            3ος Λόγος εφέσεως κατά της εκκαλουμένης
            Η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε και πρέπει να εξαφανιστεί κατά το μέρος που έκρινε και αποφάσισε ότι: «Υποχρεώνει την εναγομένη να διακόψει την παραπάνω απεργία. Υποχρεώνει την εναγομένη να παραλείπει στο μέλλον την κήρυξη απεργίας με τα ίδια αιτήματα. Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς τις παραπάνω καταψηφιστικές διατάξεις της».
            Αντιθέτως, αν η εκκαλουμένη έκρινε ορθά όφειλε να απορρίψει τα ως άνω κύρια αιτήματα της από 4/9/2014 αγωγής του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου ως αόριστα και νόμω αβάσιμα.
Τούτο δε διότι το κύριο αίτημα του αντιδίκου να υποχρεωθεί η ΑΔΕΔΥ να διακόψει την εξαγγελθείσα απεργία έπρεπε να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο, ενόψει του ότι το δίκαιο μας δεν αναγνωρίζει γενική αξίωση για πράξη ή παράλειψη σε αυτές τις περιπτώσεις, το δε δραστικό μέτρο διακοπής της απεργίας και παράλειψης της στο μέλλον θα έπρεπε να προβλέπεται ρητά, τέτοια, όμως, νομοθετική πρόβλεψη δεν υπάρχει (ΜονΠρθεσ 2853/2011 αδημ, ΜονΠρΡοδ 45/2012 ΝΟΜΟΣ).
Ομοίως, το έτερο κύριο αγωγικό αίτημα να απαγορευθεί κάθε άλλη αντίστοιχη μελλοντική απεργιακή κινητοποίηση με τα ίδια αιτήματα, πέραν της αοριστίας του, που δεν διαγνώσθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δεν έγινε επίκληση ότι έχει ήδη αποφασιστεί από τα αρμόδια όργανα της Ομοσπονδίας η πραγματοποίηση ανάλογων απεργιακών κινητοποιήσεων και, επομένως, επίκειται μετά βεβαιότητας η πραγματοποίηση τους, καθώς και ότι εξ αυτών (απεργιακών κινητοποιήσεων) υφίσταται, με την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, άμεσος κίνδυνος βλάβης του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμο, καθόσον δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν οι περιστάσεις και οι συνθήκες υπό τις οποίες θα τελεί ενδεχόμενη νέα απεργιακή κινητοποίηση, σε περίπτωση δε πραγματοποίησης τέτοιας στο μέλλον το ενάγον και ήδη εφεσίβλητο έχει δικαίωμα να την προσβάλει ως παράνομη ή καταχρηστική και να προστατεύσει έτσι τα τυχόν προσβαλλόμενα δικαιώματα του (βλ. σχετικά ΜονΠρΑθ 2395/2014, ΜονΠρΑΘ 1134/2008, ΜονΠρΑΘ 764/2007, ΜονΠρΑΘ 1936/2006 αδημ., ΜονΠρΘεσ 3470/2012, ΜονΠρθεσ 8492/2013 ΝΟΜΟΣ). Ως μη νόμιμο και απορριπτέο όφειλε να διαγνώσει η εκκαλουμένη και το παρεπόμενο αίτημα κήρυξης αυτής προσωρινά εκτελεστής, κατόπιν της απόρριψης των παραπάνω κύριων καταψηφιστικών αιτημάτων, με τα οποία συνέχεται, ως μη νόμιμων.
Εκ των ανωτέρω προκύπτει εναργώς το συμπέρασμα ότι η εκκαλουμένη δεχόμενη τα ακριβώς αντίθετα, ελλείψει νομίμου βάσεως και αναιτιολόγητα υπέπεσε σε σφάλμα και για τον λόγο αυτό πρέπει να εξαφανιστεί από το Υμέτερο Δικαστήριο.
            Επειδή οι ανωτέρω λόγοι είναι βάσιμοι, νόμιμοι και αληθείς.
Επειδή η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε και πρέπει συνεπεία αυτού να εξαφανιστεί από το Δικαστήριό Σας.
            Επειδή αρνούμαστε συνολικά την αγωγή του αντιδίκου καθώς και τις προτάσεις, ενστάσεις και ισχυρισμούς του ως αόριστες, απαράδεκτες, κατά νόμο και κατ' ουσία αβάσιμες και ζητάμε την απόρριψη της.
            Επειδή το Δικαστήριο Σας είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να επιληφθεί της επίδικης διαφοράς.
            Επειδή η εκκαλουμένη κοινοποιήθηκε στην ΑΔΕΔΥ στις 22-9-2014 και συνακόλουθα η υπό κρίση έφεση τυγχάνει εμπρόθεσμος.
ΓΙΑ  ΤΟΥΣ  ΛΟΓΟΥΣ  ΑΥΤΟΥΣ
Και με την ρητή επιφύλαξη όποιου προσθέτου λόγου εφέσεως ήθελε προβάλλουμε στο μέλλον κατά της εκκαλουμένης απόφασης.
ΖΗΤΟΥΜΕ
Να γίνει δεκτή η παρούσα έφεση μας
Να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη υπ’ αριθμόν 2902/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εργατικών Διαφορών) (Απεργιακή).
Να απορριφθεί η από 4/9/2014 αγωγή του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου καθ’ όλο το εκκληθέν μέρος αυτής.
Να καταδικασθεί το Ελληνικό Δημόσιο, όπως νόμιμα εκπροσωπείται στην εν γένει δικαστική μας δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Αθήνα,  24 Σεπτεμβρίου 2014
Η πληρεξούσια δικηγόρος